sea salt
sea
si:
si
salt
sɒlt
solt

Ορισμός και σημασία του "sea salt"στα αγγλικά

01

θαλασσινό αλάτι, άνθος αλατιού

a type of salt produced by evaporating seawater, commonly used in cooking, cosmetics, and food preservation 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
sea salts
Παραδείγματα
The chef sprinkled a pinch of sea salt over the caramel dessert, enhancing its sweetness with a subtle crunch. 

Ο σεφ πασπάλισε μια πρέζα θαλασσινό αλάτι πάνω από το γλυκό καραμέλας, ενισχύοντας τη γλυκύτητά του με μια λεπτή κριτσανιστότητα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store