Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tzatziki
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
At the Greek festival, we enjoyed warm pita bread dipped in refreshing tzatziki.
Στο ελληνικό φεστιβάλ, απολαύσαμε ζεστό πίτα ψωμί βουτηγμένο σε δροσιστικό τζατζίκι.



























