peanut sauce
pea
ˈpi:
pi
nut
nʌt
nat
sauce
sɔ:s
saws

Ορισμός και σημασία του "peanut sauce"στα αγγλικά

01

σάλτσα φιστικιού, σάλτσα αράπικων φιστικιών

a flavorful condiment made from ground roasted peanuts, commonly used in Southeast Asian and African cuisines 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
peanut sauces
Παραδείγματα
She prepared a spicy peanut sauce to accompany the grilled chicken skewers. 

Ετοίμασε μια πικάντικη σάλτσα φυστικιών να συνοδεύει τα σουβλάκια από ψητό κοτόπουλο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store