Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Adam's apple
01
μήλο του Αδάμ, προεξοχή του λάρυγγα
the swollen part of the neck, particularly in men, that moves upward and downward when talking or swallowing something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Adam's apples
Παραδείγματα
He felt self-conscious about his prominent Adam's apple, especially when wearing a tight-fitting shirt.
Αισθανόταν ανασφαλής για το εξέχον μήλο του Αδάμ του, ειδικά όταν φορούσε ένα στενό πουκάμισο.



























