living soul
li
ˈlɪ
li
ving
vɪng
ving
soul
səʊl
sewl

Ορισμός και σημασία του "living soul"στα αγγλικά

01

ζωντανή ψυχή, ζωντανό ον

a human being or creature that possesses life and consciousness 
επίσημο
εξειδικευμένο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
living souls
Παραδείγματα
He was the last living soul to leave the building. 

Ήταν η τελευταία ζωντανή ψυχή που έφυγε από το κτίριο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store