Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Living soul
01
ζωντανή ψυχή, ζωντανό ον
a human being or creature that possesses life and consciousness
επίσημο
εξειδικευμένο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
living souls
Παραδείγματα
He was the last living soul to leave the building.
Ήταν η τελευταία ζωντανή ψυχή που έφυγε από το κτίριο.



























