Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ralph
01
ξεράω, κάνω εμετό
to forcefully expel the contents of the stomach through the mouth, commonly due to illness, nausea, or disgust
humorous
informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ralph
γ΄ ενικό πρόσωπο
ralphs
ενεστώτα μετοχή
ralphing
απλός αόριστος
ralphed
παθητική μετοχή
ralphed
Παραδείγματα
She felt sick and ended up ralphing in the bushes.
Αισθάνθηκε άρρωστη και κατέληξε να κάνει εμετό στους θάμνους.



























