Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fritz out
01
χαλάω, παύω να λειτουργώ σωστά
to stop working properly, malfunction, or break down. Often used to describe a machine or system that has failed
αποδοκιμαστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
fritz
ενεστώτας
fritz out
γ΄ ενικό πρόσωπο
fritzes out
ενεστώτα μετοχή
fritzing out
απλός αόριστος
fritzed out
παθητική μετοχή
fritzed out
Παραδείγματα
He fritzed the whole thing out with just one wrong move.
Τα κατέστρεψε όλα με μόνο μια λάθος κίνηση.



























