Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fritz out
01
χαλάω, παύω να λειτουργώ σωστά
to stop working properly, malfunction, or break down. Often used to describe a machine or system that has failed
Disapproving
Informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
fritz
ενεστώτας
fritz out
γ΄ ενικό πρόσωπο
fritzes out
ενεστώτα μετοχή
fritzing out
απλός αόριστος
fritzed out
παθητική μετοχή
fritzed out
Παραδείγματα
My phone fritzed out, so I had to reboot it.
Το τηλέφωνό μου χαλάστηκε, οπότε έπρεπε να το επανεκκινήσω.



























