Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sponge off
01
ζω εις βάρος άλλων, εκμεταλλεύομαι τους άλλους
to rely on someone else's resources, typically money or support, without offering anything in return; to live at someone else's expense
αποδοκιμαστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off
βασικό ρήμα
sponge
ενεστώτας
sponge off
γ΄ ενικό πρόσωπο
sponges off
ενεστώτα μετοχή
sponging off
απλός αόριστος
sponged off
παθητική μετοχή
sponged off
Παραδείγματα
He’s always sponging off his parents instead of getting a job.
Πάντα εκμεταλλεύεται τους γονείς του αντί να βρει δουλειά.



























