to sponge off
sponge
spʌnʤ
spanj
off
ɒf
of

Ορισμός και σημασία του "sponge off"στα αγγλικά

to sponge off
01

ζω εις βάρος άλλων, εκμεταλλεύομαι τους άλλους

to rely on someone else's resources, typically money or support, without offering anything in return; to live at someone else's expense 
αποδοκιμαστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off
βασικό ρήμα
sponge
ενεστώτας
sponge off
γ΄ ενικό πρόσωπο
sponges off
ενεστώτα μετοχή
sponging off
απλός αόριστος
sponged off
παθητική μετοχή
sponged off
Παραδείγματα
He’s always sponging off his parents instead of getting a job. 

Πάντα εκμεταλλεύεται τους γονείς του αντί να βρει δουλειά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store