Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sponge off
01
ζω εις βάρος άλλων, εκμεταλλεύομαι τους άλλους
to rely on someone else's resources, typically money or support, without offering anything in return; to live at someone else's expense
Παραδείγματα
He sponged off his roommate for months, not paying rent or buying groceries.
Εκμεταλλεύτηκε τον συγκάτοικό του για μήνες, χωρίς να πληρώνει ενοίκιο ή να αγοράζει τρόφιμα.



























