Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bone-breaking
01
εξαντλητικός, κουραστικός
physically demanding, intense, or capable of causing injury, particularly to the bones, often used to describe strenuous or brutal activities
αποδοκιμαστικό
ανεπίσημο
εξειδικευμένο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bone-breaking
συγκριτικός βαθμός
more bone-breaking
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The marathon was a bone-breaking challenge, but she finished strong.
Ο μαραθώνιος ήταν μια εξαντλητική πρόκληση, αλλά τερμάτισε δυνατά.



























