Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
beached
01
ακινητοποιημένος, ανίκανος να κινηθεί
physically incapacitated or unable to move, typically as a result of overeating
humorous
informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most beached
συγκριτικός βαθμός
more beached
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
We were all beached after the all-you-can-eat buffet.
Ήμασταν όλοι ακινητοποιημένοι μετά το μπουφέ όσο θέλεις.
Λεξικό Δέντρο
beached
beach



























