to moded
Pronunciation
/ˈmoʊdɪd/

Ορισμός και σημασία του "moded"στα αγγλικά

to moded
01

να βρεθείς σε μια ντροπιαστική κατάσταση, ειδικά λόγω χειραγώγησης ή εξαπάτησης

to be put in an embarrassing situation, especially due to being manipulated or tricked
disapproving
informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
mode
γ΄ ενικό πρόσωπο
modes
ενεστώτα μετοχή
moding
απλός αόριστος
moded
παθητική μετοχή
moded
Παραδείγματα
She felt totally moded after her crush heard her talking about him behind his back.
Ένιωσε εντελώς ντροπιασμένη αφού ο crush της την άκουσε να μιλάει για αυτόν πίσω από την πλάτη του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store