Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to moded
01
να βρεθείς σε μια ντροπιαστική κατάσταση, ειδικά λόγω χειραγώγησης ή εξαπάτησης
to be put in an embarrassing situation, especially due to being manipulated or tricked
αποδοκιμαστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
mode
γ΄ ενικό πρόσωπο
modes
ενεστώτα μετοχή
moding
απλός αόριστος
moded
παθητική μετοχή
moded
Παραδείγματα
He really got moded when he accidentally sent that embarrassing email to the whole company.
Πραγματικά moded όταν κατά λάθος έστειλε αυτό το ενοχλητικό email σε όλη την εταιρεία.



























