Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to kick stomp
01
ποδοπατώ ενεργητικά, χτυπώ το πόδι με ρυθμό
to dance or move energetically, often in an aggressive or rhythmic manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
kick stomp
γ΄ ενικό πρόσωπο
kick stomps
ενεστώτα μετοχή
kick stomping
απλός αόριστος
kick stomped
παθητική μετοχή
kick stomped
Παραδείγματα
The crowd started to kick stomp as the beat dropped.
Το πλήθος άρχισε να kick stomp όταν έπεσε το ρυθμό.



























