to wig out
wig
wɪg
vig
out
aʊt
awt

Ορισμός και σημασία του "wig out"στα αγγλικά

to wig out
01

τρελαίνομαι, χάνω τον έλεγχο

to become very upset, anxious, or act irrationally due to stress or overwhelming emotions 
χιουμοριστικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
wig
ενεστώτας
wig out
γ΄ ενικό πρόσωπο
wigs out
ενεστώτα μετοχή
wigging out
απλός αόριστος
wigged out
παθητική μετοχή
wigged out
Παραδείγματα
She started to wig out when she saw the mess in her room. 

Άρχισε να τρελαίνεται όταν είδε την ακαταστασία στο δωμάτιό της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store