Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Skag
01
σκανγκ, ηρωίνη
a street term for heroin, an illegal opioid drug
ανεπίσημο
εξειδικευμένο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
skags
Παραδείγματα
He got caught trying to sell some skag on the corner.
Τον έπιασαν να προσπαθεί να πουλήσει skag στη γωνία.
02
άσχημη, ανεπιθύμητη γυναίκα
an unattractive or undesirable woman
αποδοκιμαστικό
ανεπίσημο
προσβλητικό
Παραδείγματα
She called him a skag after he made fun of her appearance.
Τον αποκάλεσε άσχημη αφού εκείνος κορόιδεψε την εμφάνισή της.



























