Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ditz
01
χαζός, αέρας στο κεφάλι
a silly, scatterbrained, or unintelligent person, often used in a lighthearted or teasing manner
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ditzes
Παραδείγματα
She's such a ditz; she forgot her keys again.
Είναι μια χαζούλα· ξέχασε πάλι τα κλειδιά της.



























