Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to blow in
01
εμφανίζομαι ξαφνικά, φτάνω χωρίς προειδοποίηση
to arrive unexpectedly or suddenly, often without prior notice
idiom
informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
blow
ενεστώτας
blow in
γ΄ ενικό πρόσωπο
blows in
ενεστώτα μετοχή
blowing in
απλός αόριστος
blew in
παθητική μετοχή
blown in
Παραδείγματα
She blew in without warning, just as the event was about to start.
Εμφανίστηκε χωρίς προειδοποίηση, ακριβώς όταν η εκδήλωση επρόκειτο να ξεκινήσει.



























