larghetto
lar
lɑ:
laa
ghe
ˈge
ge
tto
təʊ
tew

Ορισμός και σημασία του "larghetto"στα αγγλικά

01

larghetto, μέτρια αργό

used to describe a moderately slow tempo, slower than andante but faster than largo 
εξειδικευμένο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
music, tempo
Παραδείγματα
The second movement is played larghetto, giving it a relaxed feel. 

Το δεύτερο μέρος παίζεται larghetto, δίνοντάς του μια χαλαρή αίσθηση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store