Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tootsies
01
ποδαράκια, δαχτυλάκια των ποδιών
used to refer to the feet or toes in a playful or childlike manner
καθημερινή έκφραση
χιουμοριστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tootsies
Παραδείγματα
"Look at those little tootsies in the water!"
Κοίτα αυτά τα μικρά ποδαράκια στο νερό!



























