Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tee-tee
01
κατουράω, κάνω τί-τί
(used in a playful or childlike manner) to urinate
disapproving
informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tee-tee
γ΄ ενικό πρόσωπο
tee-tees
ενεστώτα μετοχή
tee-teeing
απλός αόριστος
tee-teed
παθητική μετοχή
tee-teed
Παραδείγματα
" She tee-teed in her training pants, so we need to try again, " the caregiver noted.
Έκανε κατούρημα στο παντελόνι της προπόνησης, οπότε πρέπει να προσπαθήσουμε ξανά," σημείωσε ο φροντιστής.



























