Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Nap-nap
01
υπνάκο-υπνάκο, κοιμητούλι-κοιμητούλι
used to refer to a nap in a playful or childlike manner, often spoken to young children
καθημερινή έκφραση
χιουμοριστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nap-naps
Παραδείγματα
Do you want to take nap-nap now?
Θέλεις να κάνεις νάνι-νάνι τώρα;



























