blankey
blan
ˈblæn
blān
key
ki
ki
blankly

Ορισμός και σημασία του "blankey"στα αγγλικά

01

κουβερτάκι, πάπλωμα

used to refer to a blanket, especially in a childish or affectionate manner 
ανεπίσημο
εξειδικευμένο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
blankeys
Παραδείγματα
The toddler wouldn’t go to sleep without his favorite blankey. 

Το μικρό παιδί δεν θα πήγαινε για ύπνο χωρίς το αγαπημένο του παπλωματάκι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store