Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Work experience
01
επαγγελματική εμπειρία, εργασιακή εμπειρία
the knowledge, skills, and understanding gained from performing jobs or tasks in a professional setting
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The job requires at least two years of relevant work experience.
Η εργασία απαιτεί τουλάχιστον δύο χρόνια σχετικής επαγγελματικής εμπειρίας.



























