to weigh out
weigh
weɪ
vei
out
aʊt
awt

Ορισμός και σημασία του "weigh out"στα αγγλικά

to weigh out
01

ζυγίζω, μετρώ

to measure and separate a specific amount of something by weight from a larger quantity 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
weigh
ενεστώτας
weigh out
γ΄ ενικό πρόσωπο
weighs out
ενεστώτα μετοχή
weighing out
απλός αόριστος
weighed out
παθητική μετοχή
weighed out
Παραδείγματα
Please weigh out the sugar before adding it to the mixture. 

Παρακαλώ ζυγίστε τη ζάχαρη πριν την προσθέσετε στο μείγμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store