Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to weigh out
01
ζυγίζω, μετρώ
to measure and separate a specific amount of something by weight from a larger quantity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
weigh
ενεστώτας
weigh out
γ΄ ενικό πρόσωπο
weighs out
ενεστώτα μετοχή
weighing out
απλός αόριστος
weighed out
παθητική μετοχή
weighed out
Παραδείγματα
The pharmacist weighed out the medicine according to the doctor ’s prescription.
Ο φαρμακοποιός ζύγισε το φάρμακο σύμφωνα με τη συνταγή του γιατρού.



























