adagio
a
ə
ē
da
ˈdɑ:
daa
gio
ʤiəʊ
jiew

Ορισμός και σημασία του "adagio"στα αγγλικά

01

αντάτζιο, ένα αργό και κομψό στυλ χορού μπαλέτου που επικεντρώνεται σε ομαλές

a slow and graceful style of ballet dance focusing on smooth, controlled movements and extended poses, used to highlight a dancer's elegance and balance 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
adagios
02

αντάτζιο, αργή κίνηση

a movement or composition intended to be played at a slow tempo 
Παραδείγματα
The adagio in the opera highlighted the soprano's lyrical voice. 

Το αντάτζιο στην όπερα τόνωσε τη λυρική φωνή της σοπράνο.

01

αργά, σιγά

slowly 
γραμματικές πληροφορίες
01

αργός

(of tempo) leisurely 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most adagio
συγκριτικός βαθμός
more adagio
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store