Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to skate around
01
περιφέρομαι γύρω από το θέμα, αποφεύγω
to deal with something in a vague or incomplete way, avoiding full discussion or attention
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
around
βασικό ρήμα
skate
ενεστώτας
skate around
γ΄ ενικό πρόσωπο
skates around
ενεστώτα μετοχή
skating around
απλός αόριστος
skated around
παθητική μετοχή
skated around
Παραδείγματα
The politician skated around the criticisms, focusing on unrelated achievements.
Ο πολιτικός απέφυγε τις κριτικές, επικεντρώνοντας σε άσχετα επιτεύγματα.



























