Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to skate around
01
περιφέρομαι γύρω από το θέμα, αποφεύγω
to deal with something in a vague or incomplete way, avoiding full discussion or attention
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
around
βασικό ρήμα
skate
ενεστώτας
skate around
γ΄ ενικό πρόσωπο
skates around
ενεστώτα μετοχή
skating around
απλός αόριστος
skated around
παθητική μετοχή
skated around
Παραδείγματα
She skated around the topic, leaving everyone unsure of her opinion.
Περιέφυγε το θέμα, αφήνοντας όλους αβέβαιους για τη γνώμη της.



























