Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cash-strapped
01
με έλλειψη μετρητών, σε οικονομικές δυσκολίες
having very little money, often struggling to cover expenses or make payments
Παραδείγματα
The cash-strapped startup struggled to secure additional funding.
Η startup χωρίς μετρητά δυσκολεύτηκε να εξασφαλίσει πρόσθετη χρηματοδότηση.



























