Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Relative poverty
01
σχετική φτώχεια, σχετική ένδεια
a condition where someone has less income or resources than the average in their society, limiting their ability to fully participate
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Many people in developed countries live in relative poverty.
Πολλοί άνθρωποι σε ανεπτυγμένες χώρες ζουν σε σχετική φτώχεια.



























