Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tower above
01
διακρίνομαι, υπερέχω
to be significantly better, more important, or more impressive than others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
above
βασικό ρήμα
tower
ενεστώτας
tower above
γ΄ ενικό πρόσωπο
towers above
ενεστώτα μετοχή
towering above
απλός αόριστος
towered above
παθητική μετοχή
towered above
Παραδείγματα
In terms of quality, this book towers above anything else the author has written.
Όσον αφορά την ποιότητα, αυτό το βιβλίο υπερτερεί από οτιδήποτε άλλο έχει γράψει ο συγγραφέας.



























