Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tower above
01
διακρίνομαι, υπερέχω
to be significantly better, more important, or more impressive than others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
above
βασικό ρήμα
tower
ενεστώτας
tower above
γ΄ ενικό πρόσωπο
towers above
ενεστώτα μετοχή
towering above
απλός αόριστος
towered above
παθητική μετοχή
towered above
Παραδείγματα
He towers above his classmates, making him easy to spot in a crowd.
Αυτός υπερτερεί των συμμαθητών του, κάνοντάς τον εύκολο να εντοπιστεί σε ένα πλήθος.



























