Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Capital asset
01
κεφαλαιακό περιουσιακό στοιχείο, πάγιο περιουσιακό στοιχείο
a long-term asset owned by a business or individual, typically used to generate income or value
Παραδείγματα
They listed their capital assets to calculate the company ’s overall value.
Κατέγραψαν τα κεφαλαιακά τους περιουσιακά στοιχεία για να υπολογίσουν τη συνολική αξία της εταιρείας.



























