Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to trade down
01
κατεβαίνω σε ποιοτικό επίπεδο, επιλέγω κάτι φθηνότερο
to buy a less expensive or lower-quality item, usually because of budget constraints or personal preference
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
trade
ενεστώτας
trade down
γ΄ ενικό πρόσωπο
trades down
ενεστώτα μετοχή
trading down
απλός αόριστος
traded down
παθητική μετοχή
traded down
Παραδείγματα
After losing his job, he had to trade down to a cheaper car.
Αφού έχασε τη δουλειά του, έπρεπε να υποβαθμίσει σε ένα φθηνότερο αυτοκίνητο.



























