Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to trade down
01
κατεβαίνω σε ποιοτικό επίπεδο, επιλέγω κάτι φθηνότερο
to buy a less expensive or lower-quality item, usually because of budget constraints or personal preference
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
trade
ενεστώτας
trade down
γ΄ ενικό πρόσωπο
trades down
ενεστώτα μετοχή
trading down
απλός αόριστος
traded down
παθητική μετοχή
traded down
Παραδείγματα
Some buyers trade down when they need to cut back on expenses.
Μερικοί αγοραστές επιλέγουν φθηνότερα προϊόντα όταν χρειάζεται να μειώσουν τα έξοδά τους.



























