Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Compulsory redundancy
01
αναγκαστική απόλυση, υποχρεωτική μείωση προσωπικού
a situation where an employee is forced to leave their job because the company no longer needs their position
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
compulsory redundancies
Παραδείγματα
He was given compulsory redundancy after the company cut back its workforce.
Του δόθηκε υποχρεωτική απόλυση αφού η εταιρεία μείωσε το εργατικό της δυναμικό.
LanGeek



























