job-share
job
ʤɒb
job
share
ʃeə
she

Ορισμός και σημασία του "job-share"στα αγγλικά

01

διαμοιρασμός εργασίας, κοινή εργασία

a work arrangement where two or more people share the responsibilities of one full-time job, typically splitting hours or tasks 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
job-shares
Παραδείγματα
She works in a job-share with a colleague, each covering three days a week. 

Δουλεύει σε μια κατανομή εργασίας με έναν συνάδελφο, κάθε ένας καλύπτει τρεις ημέρες την εβδομάδα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store