paid leave
Pronunciation
/pˈeɪd lˈiːv/

Ορισμός και σημασία του "paid leave"στα αγγλικά

01

αμειβόμενη άδεια, πληρωμένη άδεια

a period of time when an employee is allowed to take time off from work while still receiving their regular salary or wages
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
paid leaves
Παραδείγματα
She took paid leave after her surgery to recover at home.
Πήρε αμειβόμενη άδεια μετά την εγχείρισή της για να αναρρώσει στο σπίτι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store