paid leave
paid
peɪd
πειντ
leave
li:v
λιβ

Ορισμός και σημασία του "paid leave"στα αγγλικά

01

αμειβόμενη άδεια, πληρωμένη άδεια

a period of time when an employee is allowed to take time off from work while still receiving their regular salary or wages 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
paid leaves
Παραδείγματα
Employees are entitled to a certain amount of paid leave each year. 

Οι εργαζόμενοι δικαιούνται μια ορισμένη ποσότητα αμειβόμενης άδειας κάθε χρόνο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store