Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
RSVP
/ˌɑːɹˌɛsvˌiːpˈiː/
/ˌɑːɹˌɛsvˌiːpˈiː/
Répondez s’il vous plaît
RSVP
01
απάντηση
a French phrase meaning "Please respond," used on invitations to request a reply about whether the person will attend an event or not
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
RSVPs
Παραδείγματα
The RSVP requested whether you'd be attending in person or virtually.
Το RSVP ρώτησε αν θα παρευρεθείτε προσωπικά ή εικονικά.
to rsvp
01
απαντώ, επιβεβαιώνω την παρουσία
to respond to an invitation, indicating whether you will attend or not
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
RSVP
γ΄ ενικό πρόσωπο
RSVPs
ενεστώτα μετοχή
RSVPing
απλός αόριστος
RSVPed
παθητική μετοχή
RSVPed
Παραδείγματα
They ’ve asked everyone to RSVP at least two weeks before the event.
Ζητήθηκαν από όλους να RSVP τουλάχιστον δύο εβδομάδες πριν από την εκδήλωση.



























