Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
open-toed
01
ανοιχτή μύτη, εκτεθειμένα δάχτυλα
(of footwear) having the toes exposed or not covered
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most open-toed
συγκριτικός βαθμός
more open-toed
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She wore a pair of open-toed sandals to the beach.
Φορούσε ανοιχτά σανδάλια στο καλοκαιρινό πάρτι.



























