open-toed
o
ˈəʊ
ew
pen
pən
pēn
toed
təʊd
tewd
open-toe

Ορισμός και σημασία του "open-toed"στα αγγλικά

01

ανοιχτή μύτη, εκτεθειμένα δάχτυλα

(of footwear) having the toes exposed or not covered 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most open-toed
συγκριτικός βαθμός
more open-toed
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She wore a pair of open-toed sandals to the beach. 

Φορούσε ανοιχτά σανδάλια στο καλοκαιρινό πάρτι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store