Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
so as
01
ώστε, για
for the purpose of doing something
Παραδείγματα
He took the long route so as to enjoy the scenery.
Πήρε τη μακριά διαδρομή για να απολαύσει το τοπίο.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ώστε, για