Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
in office
01
στο αξίωμα, στην εξουσία
holding a position of authority or responsibility, especially in a government or organizational role
Παραδείγματα
She made significant changes during her time in office.
Έκανε σημαντικές αλλαγές κατά τη διάρκεια της θητείας της.



























