Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to come bottom
01
καταλήγω τελευταίος, βρίσκομαι στην τελευταία θέση
to achieve the lowest position or rank in a competition, test, or group
συμφραστική σύναψη
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
bottom
βασικό ρήμα
come
ενεστώτας
come bottom
γ΄ ενικό πρόσωπο
comes bottom
ενεστώτα μετοχή
coming bottom
απλός αόριστος
came bottom
παθητική μετοχή
come bottom
Παραδείγματα
He came bottom in the race last week.
Ήρθε τελευταίος στον αγώνα την περασμένη εβδομάδα.



























