public sector
pub
ˈpʌb
pab
lic
lɪk
lik
sec
sɛk
sek
tor

Ορισμός και σημασία του "public sector"στα αγγλικά

01

δημόσιος τομέας, κρατικός τομέας

the part of the economy that is controlled and funded by the government, providing services like healthcare, education, and transportation 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
public sectors
Παραδείγματα
Many people work in the public sector, including teachers and police officers. 

Πολλοί άνθρωποι εργάζονται στον δημόσιο τομέα, συμπεριλαμβανομένων των δασκάλων και των αστυνομικών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store