Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Public sector
01
δημόσιος τομέας, κρατικός τομέας
the part of the economy that is controlled and funded by the government, providing services like healthcare, education, and transportation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The public sector is facing budget cuts due to economic challenges.
Ο δημόσιος τομέας αντιμετωπίζει περικοπές στον προϋπολογισμό λόγω οικονομικών προκλήσεων.



























