Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pop around
[phrase form: pop]
01
πέφτω πεταχτά, κάνω μια βόλτα
to visit someone or somewhere for a short time, often unplanned
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
around
βασικό ρήμα
pop
ενεστώτας
pop around
γ΄ ενικό πρόσωπο
pops around
ενεστώτα μετοχή
popping around
απλός αόριστος
popped around
παθητική μετοχή
popped around
Παραδείγματα
I am planning to pop round and drop off the package this evening.
Σχεδιάζω να περάσω και να αφήσω το πακέτο απόψε.
02
ρίχνω μια γρήγορη ματιά, κοιτάζω πρόχειρα
to move something quickly and briefly into or through a space, often to check or show something
Dialect
British
Παραδείγματα
She popped her hand round the shelf to grab a book.
Έβαλε γρήγορα το χέρι της γύρω από το ράφι για να πιάσει ένα βιβλίο.



























