medium-term
me
mi:
mi
dium
diəm
diēm
term
tɜ:m
tēm

Ορισμός και σημασία του "medium-term"στα αγγλικά

medium-term
01

μεσαίας προθεσμίας, στη μεσαία προθεσμία

intended or continuing for a period of time between the near future and the distant future 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
time, planning, duration
Παραδείγματα
The government has set medium-term targets to reduce carbon emissions. 

Η κυβέρνηση έχει θέσει μεσοπρόθεσμους στόχους για τη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store