Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Laser surgery
01
χειρουργική λέιζερ
a medical procedure that uses laser to cut, remove, or repair tissue with precision
Παραδείγματα
She had laser surgery to correct her vision.
Έκανε χειρουργείο με λέιζερ για να διορθώσει την όρασή της.
The doctor recommended laser surgery to remove the scar.
Ο γιατρός συνέστησε χειρουργική με λέιζερ για την αφαίρεση της ουλής.



























