laser surgery
la
ˈleɪ
lei
ser
sur
sɜ:
ge
ʤə
ry
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "laser surgery"στα αγγλικά

01

χειρουργική λέιζερ

a medical procedure that uses laser to cut, remove, or repair tissue with precision 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
laser surgeries
Παραδείγματα
She had laser surgery to correct her vision. 

Έκανε χειρουργείο με λέιζερ για να διορθώσει την όρασή της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store