Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lecture theatre
01
αμφιθέατρο, αίθουσα διαλέξεων
a large room with tiered seating, designed for giving lectures to a large audience, commonly found in universities or colleges
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lecture theatres
Παραδείγματα
The professor walked into the lecture theatre to begin the class.
Ο καθηγητής μπήκε στο αμφιθέατρο για να ξεκινήσει το μάθημα.



























