tropical storm
tro
ˈtrɒ
τρο
pi
pɪ
πι
cal
kəl
καλ
storm
stɔ:m
στομ

Ορισμός και σημασία του "tropical storm"στα αγγλικά

Tropical storm
01

τροπική καταιγίδα, τροπικός κυκλώνας

a weather system with strong winds and heavy rain, originating over warm tropical oceans 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
tropical storms
Παραδείγματα
The tropical storm caused widespread flooding in coastal areas. 

Η τροπική καταιγίδα προκάλεσε εκτεταμένες πλημμύρες σε παράκτιες περιοχές.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store