stressed-out
stressed
strɛst
strest
out
aʊt
awt
stressed out

Ορισμός και σημασία του "stressed-out"στα αγγλικά

stressed-out
01

στενοχωρημένος, καταπονημένος

feeling very tense, anxious, or overwhelmed due to pressure or worry 
stressed-out definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most stressed-out
συγκριτικός βαθμός
more stressed-out
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She felt stressed-out after working long hours on the project. 

Αισθάνθηκε αγχωμένη μετά από πολλές ώρες δουλειάς στο έργο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store