thin-faced
thin
θɪn
thin
faced
feɪst
feist

Ορισμός και σημασία του "thin-faced"στα αγγλικά

thin-faced
01

με λεπτό πρόσωπο, με στενό πρόσωπο

having a face that is slender, narrow, or lacking fullness 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most thin-faced
συγκριτικός βαθμός
more thin-faced
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
appearance, physique, description
Παραδείγματα
The thin-faced man looked exhausted after the long journey. 

Ο άντρας με το λεπτό πρόσωπο φαινόταν εξαντλημένος μετά το μακρύ ταξίδι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store