in half
in
ɪn
in
half
hɑ:f
haaf

Ορισμός και σημασία του "in half"στα αγγλικά

01

στο μισό, σε δύο

into two equal parts or portions 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She cut the apple in half and gave me a piece. 

Έκοψε το μήλο στη μέση και μου έδωσε ένα κομμάτι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store